
Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη» |

Ως δημοσιογράφος, εργάστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, στην εφημερίδα Μακεδονία, στο περιοδικό Γυναίκα, στην εφημερίδα Εξπρές και στην εφημερίδα Έθνος. Δραστηριοποιήθηκε στην μεταπολιτευτική ΕΔΑ και στο ΚΚΕ.
Πραγματοποίησε μελέτες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όπως «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» και η «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό», και μελέτες για τον μαρξισμό και τον λενινισμό, όπως ο «Μύθος και ιδεολογία στη ρωσική επανάσταση -οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν» και «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου».
Τελευταία στιγμή μάς έβγαζαν έναν έναν για να πάμε να πλυθούμε, να πάμε στις τουαλέτες και οι ασφαλίτες έψαχναν ώς και τα παπούτσια. Από αυτή την εξονυχιστική έρευνα καταλάβαμε ότι το πράγμα τελείωνε. Ξέραμε όμως ότι την Κυριακή δεν γίνονται εκτελέσεις. Ελπίζαμε ότι θα έχουμε αυτή την παράταση τουλάχιστον και ότι θα μπορούσε να έρθει και ο δικηγόρος να έχουμε επαφή μαζί του. Την Παρασκευή μας είχαν αφήσει το μοναδικό επισκεπτήριο, όπου ήρθαν οι δικοί μας _ ήρθε η Βασιλική, η μάνα του Νίκου για εκείνον και για μένα ήρθε η Διδώ. Δεν ξέραμε πώς να το ερμηνεύσουμε εκείνο το επισκεπτήριο, γιατί πάντα έχεις και μια πιο αισιόδοξη πλευρά, λες μήπως είναι ένα λασκάρισμα της απομόνωσης ή μήπως είναι ένα τελευταίο αντίο. Ήταν τελευταίο αντίο.
Νύχτωσε, δεν μιλούσαμε, ποιος είχε διάθεση πλέον έστω για καλαμπούρια. Κάποια στιγμή ρώτησα τον Νίκο: «Τι κάνετε εσείς μέσα;» Μου είπε: «Αναλύουμε, διαλύουμε και συνθέτουμε». Μετά κοιμηθήκαμε, περιμένοντας πια ότι ίσως κάτι γίνει την Κυριακή.
Η Ελλη Παππά με τον Νίκο Μπελογιάννη, τελευταία ημέρα της δίκης τους |
Εμένα δεν μου ανοίξανε. «Γιατί δεν ανοίγετε και το δικό μου κελί;» τους ρώτησα. «Δεν είσαι στον κατάλογο», μου είπαν. Όταν ρωτήσανε τον Νίκο ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, είπε: «Να δω τη γυναίκα μου». Τον έφεραν στο κελί, δεν μου ανοίξανε την πόρτα του κελιού, αφήσανε μόνο το παραθυράκι.
Ήρθε ο Νίκος κοντά μου, ένα φιλί μέσα από τα κάγκελα, λίγα λόγια ανταλλάξαμε τότε. Ήρθε μετά ο Καλούμενος _τραβήχτηκε για λίγο ο Νίκος_, με πλησίασε και άνοιξε μπροστά μου το πουκάμισό του και μου είπε: «Πάω κι εγώ». Δηλαδή ως εξιλέωση.
Στο Νίκο Μπελογιάννη Η κανονική εκτέλεση του τραγουδιού με όλους τους στίχους...χωρίς τις "περικοπές" των άλλων εκδόσεων...
Μαύρο μαντάτο και πικρό την Αλβανία γέμισε και λέει: Τον Μπελογίαννη ξάπλωσαν νεκρό, κι ήτανε σαν να χάσαμε δικό, σαν τον Κεμάλ η καρδιά τον κλαίει.
Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη.
Μιλάει ο Εμβέρ στο Κόμμα μας μπροστά… Ενός λεπτού σιγή στο συντροφό μας. Τον πόνο μας με λόγια αδερφικά να πούμε στα συντρόφια τα πιστά στο κόμμα της Ελλάδας τ’ αδερφό μας.
Του Τσώρτσιλ, του Τρούμαν τα σκυλιά, οι άτιμοι προδότες της Αθήνας τον σκότωσαν στη νύχτα τη βαθιά. Μα η Ελλάδα το παιδί της το τιμά, η ματωμένη Ελλάδα η αδερφή μας.
Έχει η Ελλάδα Μπελογιάννηδες πολλούς. Το αίμα τους, ποτάμι φουσκωμένο, ποιος της ζωής θα πνίξει τους χυμούς μεσ’ στης Ελλάδας ζούνε τους βωμούς οι ήρωες – στεφάνι δοξασμένο.
[Ο Κεμάλ που αναφέρεται στην πρώτη στροφή είναι ο Qemal Stafa (Κεμάλ Στάφα) αγωνιστής της αντίστασης ενάντια στον ιταλό κατακτητή. Εξέχον μέλος του Κ.Κ. Αλβανίας ο οποίος σκοτώθηκε στις 5 Μαΐου 1941 στα Τίρανα και τον καιρό εκείνο ήταν επικεφαλής της Νεολαίας του Κ.Κ. Αλβανίας.]
Το κομματικό του βιβλιάριο:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου